Μαθητών

Η μαθήτρια Τσουρά Στρατούλα στους «Μικρούς συγγραφείς» της ΕΡΤ (2016)

Η μαθήτρια Τσουρά Στρατούλα στους «Μικρούς συγγραφείς» της ΕΡΤ (2016)

Star1Τέσσερις Ελληνίδες συγγραφείς έγραψαν αποκλειστικά για το ert.gr την ημιτελή χριστουγεννιάτικη ιστορία τους και προσκάλεσαν τα παιδιά, ηλικίας από έξι (6) έως δεκαεπτά (17) ετών, να την  ολοκληρώσουν και να γίνουν «Μικροί συγγραφείς».

Η μαθήτρια της Β΄ τάξης του σχολείου μας Τσουρά Στρατούλα επέλεξε την ιστορία της Φωτεινής Κωνσταντοπούλου «Το αστέρι το ‘σκασε» και έγραψε τη δική της συνέχεια της ιστορίας.

(Με πλάγια γράμματα είναι το πρώτο μέρος της ιστορίας που έγραψε η Φωτεινή Κωνσταντοπούλου. Με έντονα γράμματα είναι η συνέχεια της ιστορίας από τη «μικρή συγγραφέα» του σχολείου μας Τσουρά Στρατούλα).

Το αστέρι το ‘σκασε

Της Φωτεινής Κωνσταντοπούλου

Μια φορά και έναν καιρό ή μάλλον έναν καιρό και δύο φορές, ήταν ένα αστέρι. Ένα τόσο δα μικρό φωτεινό αστέρι που βρέθηκε να περιπλανιέται μόνο του σε μια πολιτεία, που όμοιά της δεν είχε ξαναδεί σε κανένα βιβλίο, από εκείνα που ήταν πρωταγωνιστής.

Το μικρό αστέρι έφυγε από τη σελίδα του, όταν ξαφνικά μπροστά του, στην απέναντι σελίδα, εμφανίστηκε ο ξακουστός Ξωτικός Τατρωολασεχρόνοντετε. Τον ξωτικό Τατρωολασεχρόνοντετε, ακόμα και αν δεν είναι Χριστούγεννα, τον βρίσκεις με μια λιχουδιά στο χέρι και μπουκωμένο στόμα. Είναι σοκολατένιος, στρουμπουλός, με όμορφα μεγάλα μαύρα μάτια και σγουρά μαλλιά, παρεξηγησιάρης, φουριόζος και λίγο άγαρμπος.

Στην προηγούμενη σελίδα του βιβλίου έκανε μία από τις γνωστές λιχούδικες επιδρομές του σε μια κουζίνα και αφού καταβρόχθισε λαίμαργα όλα τα μελομακάρονα και τους κουραμπιέδες που ήταν στις πιατέλες, έκανε ένα σάλτο και μπήκε στη σελίδα που ήταν το μικρό αστέρι.

Από το σάλτο του ταρακουνήθηκε όλο το βιβλίο. Το μικρό αστέρι πετάχτηκε ψηλά και, όταν προσγειώθηκε, είχε τέτοια φόρα που άρχισε να κυλάει και να κυλάει ανάμεσα στα άλλα γράμματα, τα χρώματα και τις σελίδες μέχρι που έφτασε στην τελευταία.

Εκείνη τη στιγμή, όμως, συνέβη κάτι που κανείς δεν περίμενε. Το μικρό αστέρι συνέχισε να κυλάει και να κυλάει μέχρι που ξεχύθηκε στη μεγάλη πολιτεία.

Ανάμεσα σε πόδια που έτρεχαν βιαστικά, σε δρόμους και λεωφόρους, σε ρόδες και σε πατούσες. Ανάμεσα σε ποδοβολητά και σπρωξίματα.

– Ωωωωω! Τι ζάλη είναι αυτή! μονολόγησε

Παντού κορναρίσματα και φωνές. Κτίρια ψηλά και στριμωγμένα που έκρυβαν κάθε γωνιά που θα μπορούσε να περάσει έστω και μια αχτίδα του ήλιου.

– Καλά δεν βλέπεις μπροστά σου; ακούστηκε μια φωνή με πολλά κιλά θυμό μέσα της. Παραλίγο να χάσω την ισορροπία μου. Πού το έχεις το μυαλό σου, εεε;

Μια σόλα από παπούτσι είχε γίνει κατακόκκινη από τα νεύρα της.

– Συγγνώμη δεν φταίω, απλά σκόνταψα, είπε το μικρό αστέρι.

– Να φύγεις από εδώ ακούς; φώναξε η σόλα.

– Πω, πω, τι έπαθα! Μονολογούσε το αστέρι ενώ συνέχισε να κυλάει και να κυλάει. Κοίτα τώρα εδώ χάλι! Κι αυτό το καυσαέριο κάνει την ατμόσφαιρα ακόμα πιο αποπνικτική. Εδώ σίγουρα κανείς χρειάζεται αναπνευστήρα. Αν ήμουν στο βιβλίο μου, όλα θα ήταν αλλιώς.

Το στρίγκλισμα ενός απότομου φρεναρίσματος του τρύπησε τ’ αυτιά και έκανε τις χρυσές ακτίνες του να σηκωθούν στον αέρα. Η ρόδα ενός αυτοκινήτου είχε φτάσει σε απόσταση αναπνοής από τη μύτη του.

-Εεεε πού πας έτσι εσύ; Το φανάρι είναι κόκκινο. Δεν έχεις μάτια; ακούστηκε μια αγριοφωνάρα.

Ένιωθε απέραντη μοναξιά χωρίς τον Ξωτικό, το χριστουγεννιάτικο δέντρο, τον Άγιο Βασίλη και εκείνο το ζευγάρι παιδικά μάτια, που ήταν έτοιμα να διαβάσουν την πρόταση της σελίδας που έλεγε «Το αστέρι πήρε τη θέση του στην κορυφή του δέντρου και το δωμάτιο μύρισε αγάπη» όταν μια φωνή γνώριμη ακούστηκε ανάμεσα στον θόρυβο.

– Έεε, πού θα παθ έτθι βιαθτικό. Είναι επικίνδυνο αυτό που κάνειθ! Τι θου θυμβαίνει; Μήπως θε κυνηγάει κάποιοθ;

Ο Ξωτικός Τατρώωόλασεχρόνοντετε ήταν εκεί.

Όχιιιιιι, είπε το μικρό αστέρι, ανακουφισμένο, ενώ συνέχιζε να κυλάει και να κυλάει. Απλά δεν μπορώ να σταματήσω πουθενά μετά από εκείνο το κουραμπιεδομελομακαρονο-σάλτο και παίρνοντας μια μεγάλη ανάσα, όσο μεγάλη μπορούσε να πάρει, συνέχισε το άγνωστο ταξίδι στη μεγάλη πολιτεία, όταν κάποια στιγμή

Μπουφ…

το αστέρι σκόνταψε στα πόδια ενός μικρού αγοριού που καθόταν μόνο του σε ένα παγκάκι μιας πλατείας χωρίς στολίδια. Το μικρό αγόρι δεν έμοιασε να κατάλαβε και συνέχισε να κοιτάει απροσδιόριστα την πολύβουη πόλη.

Το αστέρι πήγε κοντά, σκούντησε απαλά το αφηρημένο αγόρι, στάθηκε ίσιο και περήφανο ακριβώς μπροστά του και χαμογέλασε.

Τότε το μικρό αγόρι κοίταξε το αστέρι κι ένιωσε κάτι να φτερουγίσει μέσα του, ενώ το βλέμμα του σπινθήρισε από τη λάμψη του.

– Πόσο όμορφο είσαι! Παραμυθένιο! Σαν αυτά των βιβλίων.

Ο Ξωτικός έφτασε ξωπίσω κι αυτός.

-Ω! Μα κι εσύ! Ναι, σε ξέρω! Είσαι ο γνωστός ξωτικός Τατρώωόλασεχρόνοντετε

– Και τι κάνεις εδώ μόνος σου;

– Κοιτάζω τους ανθρώπους που αγοράζουν στολίδια. Μου αρέσουν τα στολίδια και μου αρέσει να βλέπω τους ανθρώπους χαρούμενους. Είναι σχεδόν όλοι χαρούμενοι τα Χριστούγεννα, τους είπε.

– Και τα δικά σου στολίδια; Τα παιχνίδια σου;

– Ένα βιβλίο είχα που μου έκανε δώρο ένας καλοντυμένος περαστικός, αλλά κάτι συνέβη και έχασε τη λάμψη του. Τότε…

Τότε μια αστραπιαία σκέψη πέρασε από το μυαλό του μικρού μας φίλου, του αστεριού! Αποφάσισε πως δεν θα γυρνούσε ποτέ ξανά πίσω στο βιβλίο του, δεν το είχε ανάγκη, θα έκανε το βιβλίο του παιδιού και πάλι λαμπερό.

– Τατρώωόλασεχρόνοντετε τι λες να κάνουμε το βιβλίο του νέου φίλου μας και πάλι λαμπερό;

Το ξωτικό κοίταξε το αστέρι και σκεπτόταν αυτό που είπε…

– Πώς θα το κάνουμε αυτό, έχεις καμιά ιδέα;

– Όχι αλλά θα προσπαθήσουμε.

Το παιδί κοιτούσε με περιέργεια τους δυο παραμυθένιους φίλους του. Κανείς δεν ήξερε την λύση σε αυτό το πρόβλημα. Ο Φώτης πρότεινε να πάνε στο φτωχικό σπίτι του και να κάτσουν να βρουν την λύση αυτού του προβλήματος. Στην διαδρομή είδαν πολλά σπίτια. Μικρά και μεγάλα. Όλα στολισμένα με πολύχρωμα φωτάκια, αγαλματάκια ξωτικών και αγγέλων. Όλα τοποθετημένα σε γλυκιά αρμονία. Τα πάντα ήταν πανέμορφα πλημμυρισμένα με αρώματα Χριστουγέννων! Το μικρό μας αστεράκι επεξεργαζόταν τα λόγια του Φώτη. Τι εννοούσε όταν είπε πως σχεδόν όλοι είναι χαρούμενοι τα Χριστούγεννα; Γιατί όχι όλοι; Το μικρό αστεράκι προχωρούσε και όλο αυτή η απορία τριγύριζε στο μυαλό του… Όλος ο κόσμος ήταν χαρούμενος τα Χριστούγεννα… Σωστά;

Προχωρούσαν σε δρόμους και δρομάκια μέχρι που βρέθηκαν σε μια μουντή, γκρίζα γειτονιά χωρίς στολίδια και αγαλματάκια. Δίχως το άρωμα των μελομακάρονων, των κουραμπιέδων, των νόστιμων χριστουγεννιάτικων λιχουδιών. Οι παραμυθένιοι μας ήρωες απορούσαν. Γιατί η γειτονιά είναι έτσι; Το αστεράκι μας δεν κρατήθηκε και ρώτησε.

-Γιατί εδώ δεν είναι στολισμένα; Γιατί δεν νοιώθουμε Χριστούγεννα εδώ;

-Τα πράγματα δεν είναι ίδια σε όλο τον κόσμο. Κάποιες είναι πιο πλούσιες και άλλες πιο φτωχές. Οι άνθρωποι εδώ που μένω εγώ είναι πολύ φτωχοί και δεν μπορούν να στολίσουν και να μαγειρέψουν για τα Χριστούγεννα. Ούτε δώρα να πάρουν στα αγαπημένα πρόσωπα μόνο τον Αϊ-Βασίλη έχουμε.

Το αστεράκι και ο Τατρώωόλασεχρόνοντετε λυπήθηκαν πολύ με τα λεγόμενα αυτά. Έφτασαν στο φτωχικό σπίτι του Φώτη έπειτα κάθισαν στο παλιό θρανίο και προσπαθούσαν να βρούνε λύση διαβάζοντας το βιβλίο. Μπορεί να έφυγε κάποιος ήρωας όπως και το αστεράκι. Τίποτα όμως δεν είχε αλλάξει. Τίποτα και κανείς δεν είχε φύγει! Ξαφνικά ένα ζεστό αεράκι φύσηξε στο δωμάτιο και μια γυναικεία φιγούρα εμφανίστηκε. Κάτι μαγικό. Όλοι τους ξαφνιάστηκαν.

-Μάγια υπάρχουν πολλά και δίνουν χαρά, αν μέσα από την καρδιά δώσεις ζεστασιά έτσι θα δεις λάμψη ξανά χριστουγεννιάτικη ομορφιά θα ζήσεις αρκεί να προσπαθήσεις. Έτσι θα δεις το βιβλίο να μεταμορφώνεται με λάμψη θα γεμίσει ξανά. Είχαν μείνει άναυδοι. Τι να σήμαινε άραγε αυτό; Αν μέσα από την καρδιά δώσεις ζεστασιά; Τι να προσπαθήσουν; Τι να κάνουν; Χωρίς να ξέρουν αποφασίζουν να πάνε έναν μικρό περίπατο στην γειτονιά. Ο περίπατος όμως αρχικά δεν αποδείχθηκε καλή ιδέα. Άνθρωποι πεινασμένοι, μόνοι μες το κρύο, δυστυχισμένοι, παιδιά να προσπαθούν να πουλήσουν σπίρτα για να έχουν χρήματα για ένα μικρό κουλούρι, να μην έχουν ένα παιχνιδάκι για να ξεγελάσουν την σκληρότητα που τους μαστίζει. Άνθρωποι να ψάχνουν στα σκουπίδια για μια σταλιά ψωμί, να ζητιανεύουν. Να ζητούν παλιά κουρέλια για να σκεπαστούν. Ο Φώτης και οι παραμυθένιοι φίλοι του, βλέποντάς τους μια πικρία και μια οδύνη σκέπασε την καρδιά τους. Ήταν έτοιμοι να χύσουν δάκρια. Ο μικρός μας Φώτης απορούσε. Γιατί δεν τους βοηθάει κανείς; Γιατί; Τι έχουν να χάσουν αν βοηθήσουν αυτούς τους ανθρώπους που το έχουν ανάγκη; Ομοίως και το αστεράκι με τον Τατρώωόλασεχρόνοντετε σκέπτονταν ακριβώς το ίδιο. Μέχρι που μια ιδέα ήρθε στο μικρό μας αστεράκι. Γιατί δεν τους βοηθάνε αυτοί;

-Τι λέτε να βοηθήσουμε αυτούς τους ανθρώπους με αυτά που μας περισσεύουν;

Η ιδέα αυτή έγινε αποδεκτή από όλους και αμέσως θα θέτονταν σε εφαρμογή. Σε ένα χαρτί σημείωσαν αυτά που έβλεπαν και τις ανάγκες που χρειαζόταν ο καθένας τους. Πήγαν ξανά στο σπίτι του Φώτη και πήραν ό,τι περίσσευε από εκεί. Κουβέρτες, ένα τόπι ξεχασμένο και πλέον άχρηστο, ένα μικρό κόκκινο αυτοκινητάκι, ψωμί που είχε μείνει, φρυγανιές, κάποια μπισκότα, δύο-τρία κουλούρια με σουσάμι. Τέλος ο Φώτης έσπασε τον κουμπαρά του που μέσα είχε ότι οικονομίες είχε κάνει εδώ και επτά χρόνια. Ξαναπήγαν στα ίδια μέρη και μοίρασαν αυτά που πήραν, ίσα και όμοια. Όλοι ευγνωμονούσαν τον Φώτη, το μικρό αστεράκι και τον Τατρώωόλασεχρόνοντετε, δίνοντάς τους ευχές για μια καλή ζωή και όνειρα που εκπληρώνονται.

Το βιβλίο πια είχε πάψει να τους απασχολεί και το μόνο που σκέπτονταν ήταν το καλό που έκαναν. Ξανά ο ίδιος ζεστός αέρας φύσηξε και η μορφή εμφανίστηκε.

-Μπράβο σας που καταφέρατε να αποδείξετε την μαγεία της προσφοράς και την χαρά που δίνει με την ζεστασιά που σας διακατέχει βαθιά μες στην καρδιά. Πλέον Φώτη θα μπορέσεις να δεις την λάμψη του βιβλίου. Καθώς εσύ ο ίδιος την επανέφερες και θα την νιώσεις ακόμα ποιο μεγάλη έχοντας την εμπειρία που είχε και ο ήρωας του βιβλίου σου. Την εμπειρία της προσφοράς. Αυτό θα σας ανταμείψει όλους σας. Σε εσάς τους άστεγους και πονεμένους ανθρώπους θα σας δώσω ένα σπίτι για να μείνετε, φαγητό και εργασία. Σε σένα αγαπητέ μου λιχούδη Τατρώωόλασεχρόνοντετε συνεννοήθηκα να σε κάνουμε γευσιγνώστη στο τμήμα σοκολάτας και γλυκών του Αι-Βασίλη. Εσύ αγαπητό μου αστεράκι θα είσαι το αστέρι της πόλης. Θα είσαι ακριβώς πάνω από την πόλη και θα την φωτίζεις πάντα με καλοσύνη. Τέλος εσύ αγαπητέ μου Φώτη, θα έχεις την δυνατότητα κάθε χρόνο να έρχεσαι στο εργαστήρι παρασκευής στολιδιών του Αι-Βασίλη και να παίρνεις στολίδια και ό,τι άλλο θελήσεις και μαζί με τα ξωτικά να στολίζετε την γειτονιά σας χαρίζοντας ένα δώρο στον καθένα. Όλοι από εκείνη την μέρα ήταν χαρούμενοι και κανείς δεν πείναγε ούτε και κρύωνε. Όλοι είχαν τον δικό τους δρόμο χαράς και το δικό τους αστέρι για να εύχονται να ελπίζουν και να ονειρεύονται. Αν δείτε ποτέ σας πως κάτι έχασε την λάμψη του ξέρετε καλά τι πρέπει να κάνετε. Να δώσετε λίγη από την ζεστασιά της καρδιάς σας και βοηθάτε!

Η πρώτη δημοσίευση της ιστορίας της μαθήτριας Τσουρά Στρατούλας: http://mikroisyggrafeis.ert.gr/tsoura-stratoula-tou-georgiou-13-eton

 
Έχουμε 12 επισκέπτες συνδεδεμένους